εξάπαντος


εξάπαντος
[эксалантос] εκίρ. безусловно

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εξάπαντος" в других словарях:

  • εξάπαντος — (Μ ἐξάπαντος) επίρρ. οπωσδήποτε, ασφαλώς, ανυπερθέτως, χωρίς άλλο, το δίχως άλλο («θά ρθω εξάπαντος») μσν. εξολοκλήρου («ἐκράτησεν ἐξάπαντος τοὺς δρόμους τοῡ πελάγου τοῡ νὰ μὴ φέρουσιν ποσῶς σωτάρχισιν στὴν Πόλιν», Χρον. Μορέως) …   Dictionary of Greek

  • εξάπαντος — επίρρ. τροπ., αναπόφευκτα, ασφαλώς, οπωσδήποτε, δίχως άλλο, όπως κι αν έχει το πράγμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • вьсѧчьскы — (65) нар. Всячески, по всякому, всеми способами: Да то вьсе помысли<въ>ше вьсѩчьскы добрѣ набъди и Изб 1076, 259; борисъ… тѣлъмь б˫аше красьнъ… вс˫ачьскы ѹкрашенъ. акы цвѣтъ цвьтыи въ ѹности своѥи. СкБГ XII, 18а; О паулиньствовавъшиихъ таче …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • άλλος — η, ο (ΑΜ ἄλλος, η, ον) (ως αντωνυμία ή επίθετο) 1. αυτός που διακρίνεται από κάποιον ή κάποιους, που ήδη έχουν αναφερθεί ή υπονοηθεί 2. (ενάρθρως) ο άλλος, οι άλλοι αυτός ή αυτοί που απομένουν, οι υπόλοιποι 3. διαφορετικός, αλλιώτικος, άλλου… …   Dictionary of Greek

  • αργά — (Μ ἀργά) επίρρ. [αργός II] 1. σιγά, χωρίς βιασύνη 2. άκαιρα, παράκαιρα 3. το βραδάκι 4. μετά το πέρασμα μιας ορισμένης ώρας 5. σε προχωρημένη βραδινή ώρα 6. ως ουσ. το βράδι 7. φρ. α) «αργά ή γρήγορα» κάποτε στο μέλλον αλλά εξάπαντος β) «κάλλιο… …   Dictionary of Greek

  • δίχως — (Μ δίχως) 1. (προθ. με αιτ. ή γεν.) χωρίς 2. φρ. «το δίχως άλλο» οπωσδήποτε, εξάπαντος 3. (επίρρ. με το να ή το με) «έφυγε δίχως να μού πει λέξη», «με δίχως να τό ξέρω». [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. δίχως προήλθε από συμφυρμό των αρχ. λ. διχώς και δίχα] …   Dictionary of Greek

  • οπωσδήποτε — (Α ὅπως δήποτε και ὁπωσδήποτε) επίρρ. με οποιονδήποτε τρόπο («πέπρακται νυνὶ τοῡθ ὁπωσδήποτε», Δημοσθ.) νεοελλ. εξάπαντος, όπως και να έχει το πράγμα («θα έλθω οπωσδήποτε»). [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. φρ. ὅπως δήποτε] …   Dictionary of Greek

  • οπωσδηποτούν — ὁπωσδηποτοῡν (ΑΜ) επίρρ. όπως και να έχει το πράγμα, εξάπαντος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὁπωσδήποτε + οὖν] …   Dictionary of Greek

  • πάντως — ΝΜΑ επίρρ. με όλους τους τρόπους, εξάπαντος, σε κάθε περίπτωση, αναμφιβόλως, οπωσδήποτε (α. «εγώ πάντως πρέπει να πάω» β. «δεῑ με πάντως τὴν ἑορτήν... ποιῆσαι εἰς Ἱεροσόλυμα», ΚΔ) νεοελλ. ωστόσο («μπορεί να μού μίλησες σκληρά, εγώ πάντως σέ… …   Dictionary of Greek

  • πρέπω — ΝΜΑ 1. (κυρίως στο γ εν. και πληθ. πρόσ. με δοτ. προσ. η οποία στα νεοελλ. έγινε γεν. προσ. αντων.) αρμόζω, ταιριάζω, είμαι κατάλληλος για κάποιον ή κάτι (α. «τι έχω γυναίκα όμορφη και δεν τής πρέπουν μαύρα», δημ. τραγούδι β. «και περισσότερη… …   Dictionary of Greek